Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ

Σῶμα, φταῖς. Καὶ μάταια ἡ φθορὰ σου
μηνύει τώρα τὴν ψυχὴ γιὰ δολιοφθορές.

Σὲ προειδοποίησα πὼς ἦρθε
πρόσφυγας ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς ἀνυπαρξίας
καὶ πὼς τὸ ὄνομα ψυχὴ δὲν εἶναι δικὸ της
ἀνῆκε σὲ μιὰ ἔννοια πεθαμένη
πρὸ τῶν ἐγκοσμίων.
Τὸ ἔμαθα εἰσχωρώντας
στὰ μυστικὰ τοῦ προαισθήματος ἀρχεῖα
- ληξίαρχος ἀρχέγονος τὸ προαίσθημα.

Μιλῶ γιὰ τότε ποὺ ἡ ἄγνωστη
ὑπὸ τὸ πλαστὸ ὄνομα ψυχὴ
ξεβράστηκε μισοπνιγμένη ἄπνους
στὶς ἔρημες ἀκτὲς τῆς σαρκὸς μας.

Ἐκεῖ τὴ βρῆκε πεσμένη μπούμυτα τὸ σῶμα
καθὼς περιπατοῦσε
κατὰ μῆκος τῆς μελαγχολικῆς ἐκτάσεώς του.

Ἀναστατώθηκε γονάτισε δὲν ἤξερε
περὶ φιλιοῦ ἰδέαν δὲν εἶχε
ἄνοιξε τὶς ὁδηγίες τῶν ἐνστίκτων
βλέπε φιλὶ ζωῆς
τὸ βρῆκε τῆς τὸ ἔδωσε τοῦ ἄρεσε
τὴ φίλησε ξανὰ
ἄρχισε νὰ συνέρχεται ἐκείνη.

Τὸ σῶμα θαμπωμένο
ἀπ’ τὴ σεμνὴ ἀοριστία τῆς μορφῆς της
ἀπ’ τὸ λιτὸ ὀλιγαρκὲς περίγραμμά της
ἀπνευστὶ τὴν προσέλαβε
οἰκιακὴ βοηθό του.

Σατανική ἐκείνη
μελιστάλαχτα τὸ κυρίευε.
Τοῦ ἔπλενε τὰ κουρασμένα πόδια
μιὰ τὰ σκούπιζε μὲ τὴ χνουδάτη ὑποταγή της
- χωρὶς ἐσένα τί θὰ ἤμουν -
καὶ μιὰ τοῦ πούλαγε ἀπόσταση, μυστήριο
ἐκβιαστικὸ γιὰ νὰ τῆς χορηγήσει
τῆς ὑπαρκτῆς τὴν ἰθαγένεια.

Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔρως πλατωνικὸς
ἐτράφη ἐντὸς τοῦ σώματος
γιὰ τὴν ὡραία ἀφανέρωτη.
Ἔτρεμε μὴν τοῦ φύγει ἡ ψυχὴ.
Γιὰ νὰ τὴ δέσει
ἔσφαλε νὰ τὴν κάνει συνεταῖρο.
Ἄ τὸ ἀνόητο, ἔβαλε τὸ κεφάλαιο
κι ἐκείνη ὅλο κι ὅλο τὸν ἐξωραϊσμὸ

σιγὰ σιγὰ γινόμενη τοῦ ψεύδους της κυρία.
Ἀρωματισμένη αίσχυντηλὰ
σὲ σπηλαιῶδες σαλονάκι ἀποσυρόταν
τάχα θαυματουργὴ εἰκόνα ποὺ δακρύζει
μὲ τὸ παραμικρὸ
κι ἐκεῖ δεχόταν ἄπιστους πιστοὺς
περίεργους μὰ πιὸ πολὺ ἀναγκεμένους
τὸ σῶμα ἐκτοπίζοντας
ἀποδιωγμένο στὴν κουζίνα
νὰ πλένει τὰ κεράσματα
νὰ κλέβει απ’ τὰ τασάκια τὰ φιλιὰ
ποὺ ἄφηναν οἱ γόπες
κρυφὰ νὰ τὶς καπνίζει σὰν κλοπὴ
λὲς καὶ δὲν ἤτανε αὐτό τῆς ἡδονῆς ὁ ἐφευρέτης.

Σῶμα δὲ μὲ ἄκουσες
σ’ τὸ εἶπα πρόσεχέ την, ὅπως βλέπω
αὐτὴ τὸ πάει γιὰ ἀθανασία.

Ἄχ ποὺ νὰ ’κοβε τὴ γλώσσα της
ἡ γρουσούζα πρόβλεψή μου

ἰδοὺ ἐσὺ κλουβάκι χωματένιο
καὶ ἡ ψυχή μας πουλὶ πετούμενο
στὸν ἄπιαστο οὐρανό.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αἰσθανθῶ.

Κική Δημουλά

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

καταπληκτικό ψιψινέλ μου...ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ. Τι παρομοίωση, τι φαντασία, τι σκέψη..."σώμα φταίς"...τι ωραίο.
πονηρή ψυχή εγκλοβισμένη και αταίριαστη όταν θέλει...γνήσιο θηλυκό!!!
και το σώμα ταλαιπωρείται να την τιθασεύσει.Ταλαιπωρία και μαγεία..όλη μας η ύπαρξη τελικά
φιλιά