Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

ινδία -διασχίζοντας τα σύνορα-




































Τις γεννούσα…μα κάθε που βράδιαζε πέθαιναν

Και έμεναν οι εικόνες γυμνές από λέξεις

Δεν ήθελαν να ντυθούν, δεν ήθελαν να στολιστούν

Και κάθε γέννα με πόναγε και με δυσκόλευε

Δεν περιγράφεται ο πλούτος της ματιάς

Δεν γίνεται κτήμα σου ποτέ, μόνο εραστής που ξεγλιστρά

Και μένω να αδειάζω λέξεις και εικόνες

Ατόφιες, κοφτερές

Σκληρές και πλούσιες

Χωρίς λεζάντες

Δεν συμφιλιώνονται

Να τις αποδεχτούμε

Να τις αγκαλιάσουμε

Σιωπή…

Βαριά που έπεσε

Αλλοίμονο το βλέμμα ξεθωριάζει…

Να μην ξεχνάμε, αυτή είναι η αλήθεια…



Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

στάση πρώτη: Μπαγκλαντές

άνοιξαν τα σύνορα

σταμάτησε ο χρόνος


μου έκλεισε το μάτι


δεν ξεπλένονται οι εικόνες

με λούζουνε βασανιστικά




μου χαμογελούν λυτρωτικά


ταξίδεψε η ελαφρότητα
και βούλιαξε

μέσα στο ποτάμι της φτώχιας

καρφώθηκε στο μυαλό η πλημμύρα της ζωής


πλανεύτηκε στα δειλινά

και έπεσε βαριά στον σταματημένο χρόνο

στα κρεβάτια του κόσμου




και στην κοπή της ματιάς
μούδιασε η ανάσα

χωρίς αναισθητικό

-απαλλοτρίωση σε χρόνο αργό-